stecken
Pronunciation
/ˈʃtɛkən/

Ορισμός και σημασία του "stecken"στα γερμανικά

stecken
01

κολλώ, μπλοκάρω

Nicht weitergehen können, weil etwas festsitzt
stecken definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
stecke
γ΄ ενικό πρόσωπο
steckt
ενεστώτα μετοχή
steckend
απλός αόριστος
steckte
παθητική μετοχή
gesteckt
Παραδείγματα
Der Ball steckt im Baum.
Η μπάλα έχει κολλήσει στο δέντρο.
02

βάζω, τοποθετώ

Etwas in etwas hinein tun
stecken definition and meaning
Παραδείγματα
Du steckst den Schlüssel ins Schloss.
Εσύ βάζεις το κλειδί στην κλειδαριά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store