Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stecken
01
κολλώ, μπλοκάρω
Nicht weitergehen können, weil etwas festsitzt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
stecke
γ΄ ενικό πρόσωπο
steckt
ενεστώτα μετοχή
steckend
απλός αόριστος
steckte
παθητική μετοχή
gesteckt
Παραδείγματα
Der Schlüssel steckt im Schloss.
Το κλειδί κολλήσει στην κλειδαριά.
02
βάζω, τοποθετώ
Etwas in etwas hinein tun
Παραδείγματα
Ich stecke das Buch in die Tasche.
Εγώ βάζω το βιβλίο στην τσάντα.



























