Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stecken
01
κολλώ, μπλοκάρω
Nicht weitergehen können, weil etwas festsitzt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
stecke
γ΄ ενικό πρόσωπο
steckt
ενεστώτα μετοχή
steckend
απλός αόριστος
steckte
παθητική μετοχή
gesteckt
Παραδείγματα
Der Ball steckt im Baum.
Η μπάλα έχει κολλήσει στο δέντρο.
02
βάζω, τοποθετώ
Etwas in etwas hinein tun
Παραδείγματα
Du steckst den Schlüssel ins Schloss.
Εσύ βάζεις το κλειδί στην κλειδαριά.



























