Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
staubsaugen
01
σκουπίζω με ηλεκτρική σκούπα, απορροφώ τη σκόνη με ηλεκτρική σκούπα
Mit einem Staubsauger Schmutz oder Staub von Böden oder Oberflächen entfernen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
staubsauge
γ΄ ενικό πρόσωπο
staubsaugt
ενεστώτα μετοχή
staubsaugend
απλός αόριστος
staubsaugte
παθητική μετοχή
staubgesaugt
Παραδείγματα
Ich sauge jeden Samstag die Wohnung staub.
Σκουπίζω το διαμέρισμα κάθε Σάββατο.



























