Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
staubsaugen
[past form: staubsaugte]
01
σκουπίζω με ηλεκτρική σκούπα, απορροφώ τη σκόνη με ηλεκτρική σκούπα
Mit einem Staubsauger Schmutz oder Staub von Böden oder Oberflächen entfernen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
staubsauge
γ΄ ενικό πρόσωπο
staubsaugt
ενεστώτα μετοχή
staubsaugend
απλός αόριστος
staubsaugte
παθητική μετοχή
staubgesaugt
Παραδείγματα
Vergiss nicht, unter dem Bett zu staubsaugen!
Μην ξεχάσεις να σκουπίσεις με ηλεκτρική σκούπα κάτω από το κρεβάτι !



























