staubsaugen
Pronunciation
/ˈʃtaʊ̯pˌzaʊ̯ɡn̩/

Ορισμός και σημασία του "staubsaugen"στα γερμανικά

staubsaugen
[past form: staubsaugte]
01

σκουπίζω με ηλεκτρική σκούπα, απορροφώ τη σκόνη με ηλεκτρική σκούπα

Mit einem Staubsauger Schmutz oder Staub von Böden oder Oberflächen entfernen
staubsaugen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
staubsauge
γ΄ ενικό πρόσωπο
staubsaugt
ενεστώτα μετοχή
staubsaugend
απλός αόριστος
staubsaugte
παθητική μετοχή
staubgesaugt
Παραδείγματα
Vergiss nicht, unter dem Bett zu staubsaugen!
Μην ξεχάσεις να σκουπίσεις με ηλεκτρική σκούπα κάτω από το κρεβάτι !
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store