staubsaugen
staubsaugen
ʃtaʊpzaʊgng
shtawpzawgng

Ορισμός και σημασία του "staubsaugen"στα γερμανικά

staubsaugen
01

σκουπίζω με ηλεκτρική σκούπα, απορροφώ τη σκόνη με ηλεκτρική σκούπα

Mit einem Staubsauger Schmutz oder Staub von Böden oder Oberflächen entfernen 
staubsaugen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
staubsauge
γ΄ ενικό πρόσωπο
staubsaugt
ενεστώτα μετοχή
staubsaugend
απλός αόριστος
staubsaugte
παθητική μετοχή
staubgesaugt
Παραδείγματα
Ich sauge jeden Samstag die Wohnung staub. 

Σκουπίζω το διαμέρισμα κάθε Σάββατο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store