Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stark
[comparative form: stärker][superlative form: stärkste-]
01
δυνατός, ισχυρός
Mit viel Kraft oder Energie
Παραδείγματα
Der Junge ist körperlich stark.
Το αγόρι είναι σωματικά δυνατό.
02
έντονος, δυνατός
Intensiv oder in großer Menge
Παραδείγματα
Das war ein starker Eindruck.
Αυτή ήταν μια δυνατή εντύπωση.


























