Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stark
01
δυνατός, ισχυρός
Mit viel Kraft oder Energie
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
stärkste-
συγκριτικός βαθμός
stärker
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Er ist sehr stark.
Είναι πολύ δυνατός.
02
έντονος, δυνατός
Intensiv oder in großer Menge
Παραδείγματα
Es hat stark geregnet.
Έβρεξε έντονα.



























