stark
Pronunciation
/ʃtaʁk/

Ορισμός και σημασία του "stark"στα γερμανικά

01

δυνατός, ισχυρός

Mit viel Kraft oder Energie
stark definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
stärkste-
συγκριτικός βαθμός
stärker
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Der Junge ist körperlich stark.
Το αγόρι είναι σωματικά δυνατό.
02

έντονος, δυνατός

Intensiv oder in großer Menge
stark definition and meaning
Παραδείγματα
Das war ein starker Eindruck.
Αυτή ήταν μια δυνατή εντύπωση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store