Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
standardisiert
01
τυποποιημένος, κανονικοποιημένος
Einheitlich nach festgelegten Normen oder Regeln gestaltet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am standardisiertesten
συγκριτικός βαθμός
standardisierter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Produktion erfolgt mit standardisierten Verfahren.
Η παραγωγή πραγματοποιείται με τυποποιημένες διαδικασίες.



























