Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stagnieren
01
στασιάζω, βρίσκομαι σε στασιμότητα
Sich auf einem gleichbleibenden Niveau befinden ohne Entwicklung oder Fortschritt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
stagniere
γ΄ ενικό πρόσωπο
stagniert
ενεστώτα μετοχή
stagnierend
απλός αόριστος
stagnierte
παθητική μετοχή
stagniert
Παραδείγματα
Die Verhandlungen stagnieren seit Wochen.
Οι διαπραγματεύσεις στασιμοποιούνται εδώ και εβδομάδες.



























