stagnieren
Pronunciation
/ʃtaˈɡniːʀən/

Ορισμός και σημασία του "stagnieren"στα γερμανικά

stagnieren
[past form: stagnierte]
01

στασιάζω, βρίσκομαι σε στασιμότητα

Sich auf einem gleichbleibenden Niveau befinden ohne Entwicklung oder Fortschritt
stagnieren definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
stagniere
γ΄ ενικό πρόσωπο
stagniert
ενεστώτα μετοχή
stagnierend
απλός αόριστος
stagnierte
παθητική μετοχή
stagniert
Παραδείγματα
Die Verhandlungen stagnieren seit Wochen.
Οι διαπραγματεύσεις στασιμοποιούνται εδώ και εβδομάδες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store