Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Stadtplan
01
σχέδιο πόλης, χάρτης πόλης
Gedruckte oder digitale Darstellung von Straßen, Plätzen und Gebäuden in einer Stadt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Stadtpläne
γενική πτώση
Stadtplan(e)s
Παραδείγματα
Ich habe einen Stadtplan gekauft, um mich besser zurechtzufinden.
Αγόρασα ένα σχέδιο πόλης για να βρίσκω καλύτερα το δρόμο μου.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
stadtplan
stadt
plan



























