Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sprießen
[past form: sproß]
01
βλαστάνω, φυτρώνω
Wenn Pflanzen oder Blätter aus dem Boden wachsen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
sprieße
γ΄ ενικό πρόσωπο
sprießt
ενεστώτα μετοχή
sprießend
απλός αόριστος
sproß
παθητική μετοχή
gesprossen
Παραδείγματα
Überall sprießen kleine Pflanzen aus dem Boden.
Βλαστάνω παντού, μικρά φυτά αναδύονται από το έδαφος.



























