Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sprechen
01
μιλώ, συνομιλώ
Mit jemandem eine Unterhaltung führen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
spreche
γ΄ ενικό πρόσωπο
spricht
ενεστώτα μετοχή
sprechend
απλός αόριστος
sprach
παθητική μετοχή
gesprochen
Παραδείγματα
Er spricht mit seinen Freunden.
Αυτός μιλάει με τους φίλους του.
02
μιλώ
Wörter oder Laute mit dem Mund erzeugen
Παραδείγματα
Er spricht den Namen falsch.
Αυτός προφέρει το όνομα λάθος.



























