Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sprechen
01
μιλώ, συνομιλώ
Mit jemandem eine Unterhaltung führen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
spreche
γ΄ ενικό πρόσωπο
spricht
ενεστώτα μετοχή
sprechend
απλός αόριστος
sprach
παθητική μετοχή
gesprochen
Παραδείγματα
Ich spreche mit meinem Lehrer.
Εγώ μιλάω με τον δάσκαλό μου.
02
μιλώ
Wörter oder Laute mit dem Mund erzeugen
Παραδείγματα
Sprich bitte langsamer!
Παρακαλώ μίλα πιο αργά !



























