der Sport
Pronunciation
/ʃpɔʁt/

Ορισμός και σημασία του "sport"στα γερμανικά

Der Sport
[gender: masculine]
01

αθλητισμός, αθλητική δραστηριότητα

Körperliche Aktivität, die zur Gesundheit oder Unterhaltung dient
der Sport definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Sport(e)s
πληθυντικός τύπος
Sporte
Παραδείγματα
Welchen Sport machst du am liebsten?
Ποιο άθλημα προτιμάς να κάνεις ;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store