Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Sport
[gender: masculine]
01
αθλητισμός, αθλητική δραστηριότητα
Körperliche Aktivität, die zur Gesundheit oder Unterhaltung dient
Παραδείγματα
Welchen Sport machst du am liebsten?
Ποιο άθλημα προτιμάς να κάνεις ;


























