spießig
Pronunciation
/ˈʃpiːsɪç/

Ορισμός και σημασία του "spießig"στα γερμανικά

01

αστικός, συντηρητικός

Pejoratively describes middle-class conventionality, prudishness, or outdated conservatism
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am spießigsten
συγκριτικός βαθμός
spießiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Sie trägt nur Designerlabels – so spießig!
Φοράει μόνο ετικέτες σχεδιαστών – τόσο αστικά !
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store