Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Spielplan
[gender: masculine]
01
πρόγραμμα, ημερολόγιο παραστάσεων
Ein Plan oder Kalender, der die Termine und Abfolge von Aufführungen, Spielen oder Veranstaltungen zeigt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Spielplan(e)s
πληθυντικός τύπος
Spielpläne
Παραδείγματα
Überprüfe den Spielplan für die Ballettvorstellungen.
Ελέγξτε το πρόγραμμα για τις παραστάσεις μπαλέτου.
Λεξικό Δέντρο
spielplan
spiel
plan



























