Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Spielfeld
01
γήπεδο, παιδική χαρά
Der Bereich, auf dem ein Spiel oder Sport stattfindet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Spielfelder
γενική πτώση
Spielfeldes
Παραδείγματα
Das Spielfeld ist 100 Meter lang.
Το γήπεδο έχει μήκος 100 μέτρων.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
spielfeld
spiel
feld



























