das spielfeld
spiel
ˈʃpi:l
shpil
feld
fɛlt
felt

Ορισμός και σημασία του "spielfeld"στα γερμανικά

01

γήπεδο, παιδική χαρά

Der Bereich, auf dem ein Spiel oder Sport stattfindet 
das Spielfeld definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Spielfelder
γενική πτώση
Spielfeldes
Παραδείγματα
Das Spielfeld ist 100 Meter lang. 

Το γήπεδο έχει μήκος 100 μέτρων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

spielfeld

spiel

+

feld

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store