das spiel
spiel
ʃpi:l
shpil
stielspiegel

Ορισμός και σημασία του "spiel"στα γερμανικά

01

παιχνίδι, αγώνας

Eine Aktivität, bei der man aus Spaß oder als Wettkampf bestimmte Regeln befolgt 
das Spiel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Spiel(e)s
πληθυντικός τύπος
Spiele
Παραδείγματα
Das Spiel beginnt um acht Uhr. 

Το παιχνίδι ξεκινά στις οκτώ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store