Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
spezifisch
01
συγκεκριμένος, ειδικός
Genau auf etwas Bestimmtes bezogen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Dieses Medikament wirkt auf eine spezifische Krankheit.
Αυτό το φάρμακο δρα σε μια συγκεκριμένη ασθένεια.



























