Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
speziell
01
ειδικός, ιδιαίτερος
Für einen bestimmten Zweck oder eine bestimmte Gruppe bestimmt
Παραδείγματα
Dieses Restaurant bietet spezielle Gerichte an.
Αυτό το εστιατόριο προσφέρει ειδικά πιάτα.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ειδικός, ιδιαίτερος