Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
spezialisieren
01
ειδικεύομαι
Sich auf ein bestimmtes Fachgebiet oder eine Tätigkeit konzentrieren und darin besondere Kenntnisse erwerben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
spezialisiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
spezialisiert
ενεστώτα μετοχή
spezialisierend
απλός αόριστος
spezialisierte
παθητική μετοχή
spezialisiert
Παραδείγματα
In der IT-Branche ist es wichtig, sich zu spezialisieren.
Στον κλάδο της πληροφορικής, είναι σημαντικό να ειδικεύεσαι.



























