der specht
specht
ʃpɛçt
σπεχτ
hechtrechtgerechtecht

Ορισμός και σημασία του "specht"στα γερμανικά

01

τσικλιτάρι, δεντροτσικλιτάρι

Ein Vogel mit starkem Schnabel, der gegen Baumstämme klopft, um Insekten zu finden oder Höhlen zu bauen 
der Specht definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Spechte
γενική πτώση
Spechts
Παραδείγματα
Der Specht hämmert laut gegen den Baumstamm. 

Ο δρυοκολάπτης χτυπάει δυνατά στον κορμό του δέντρου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store