Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Sparkasse
01
ταμιευτήριο, τράπεζα αποταμιεύσεων
Eine öffentliche oder genossenschaftliche Bank in Deutschland, die vor allem Spareinlagen verwaltet und Kredite vergibt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Sparkassen
γενική πτώση
Sparkasse
Παραδείγματα
Ich habe mein Konto bei der Sparkasse eröffnet.
Άνοιξα τον λογαριασμό μου στην Sparkasse.
LanGeek



























