der spargel
spargel
ʃpaʁgl
shpargl

Ορισμός και σημασία του "spargel"στα γερμανικά

01

σπαράγγι, σπαράγγι

ein schlankes, grünes oder weißes Gemüse, das im Frühling geerntet wird 
der Spargel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Spargel
γενική πτώση
Spargels
Παραδείγματα
Spargel ist grün oder weiß. 

Το σπαράγγι είναι πράσινο ή λευκό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store