die spannweite
spannweite
ʃpɑnvaɪ̯tə
shpaanvaitē

Ορισμός και σημασία του "spannweite"στα γερμανικά

Die Spannweite
01

εύρος, κυμαινόμενο

Der Abstand zwischen dem kleinsten und größten Wert 
die Spannweite definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Spannweiten
γενική πτώση
Spannweite
Παραδείγματα
Die Spannweite der Noten ist groß. 

Το εύρος των βαθμών είναι μεγάλο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store