Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Spalte
01
ρωγμή, σχισμή
Eine längliche Öffnung oder ein Zwischenraum
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Spalte
πληθυντικός τύπος
Spalten
Παραδείγματα
Die Spalte zwischen den Felsen war sehr schmal.
Η σχισμή ανάμεσα στα βράχια ήταν πολύ στενή.
02
στήλη, στήλη
Eine vertikale Anordnung von Text, Zahlen oder Daten in Tabellen oder Dokumenten
Παραδείγματα
Die Spalten im Zeitungsartikel sind sehr schmal.
Οι στήλες στο άρθρο της εφημερίδας είναι πολύ στενές.



























