die soße
so
ˈzɔ
zaw
ße
sauce
Sauce

Ορισμός και σημασία του "soße"στα γερμανικά

01

σάλτσα, σάλτσα

Flüssige oder cremige Würzsubstanz, die Speisen Geschmack verleiht 
die Soße definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Soßen
γενική πτώση
Soße
Παραδείγματα
Die Soße passt gut zu dem Fleisch. 

Η σάλτσα ταιριάζει καλά με το κρέας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store