Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Sortiment
01
ποικιλία, γκάμα προϊόντων
Die Gesamtheit der Waren oder Produkte, die ein Händler, Hersteller oder Geschäft regelmäßig anbietet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Sortimente
γενική πτώση
Sortiment(e)s
Παραδείγματα
Dieser Laden führt ein breites Sortiment an Elektronikartikeln.
Αυτό το κατάστημα προσφέρει ένα ευρύ ποικιλία ηλεκτρονικών ειδών.
LanGeek



























