die Sonne
Pronunciation
/ˈzɔnə/

Ορισμός και σημασία του "sonne"στα γερμανικά

Die Sonne
[gender: feminine]
01

ήλιος, αστέρας που δίνει φως

Der Stern, der der Erde Licht und Wärme gibt
die Sonne definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Sonne
πληθυντικός τύπος
Sonnen
Παραδείγματα
Wir sitzen in der Sonne.
Καθόμαστε στον ήλιο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store