der sommer
so
ˈzɔ
ζο
mmer
μ

Ορισμός και σημασία του "sommer"στα γερμανικά

01

καλοκαίρι

Die warme Jahreszeit zwischen Frühling und Herbst 
der Sommer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Sommer
γενική πτώση
Sommers
Παραδείγματα
Im Sommer ist es oft heiß. 

Το καλοκαίρι, είναι συχνά ζεστά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store