sollen
Pronunciation
/ˈzɔlən/

Ορισμός και σημασία του "sollen"στα γερμανικά

sollen
01

πρέπει, οφείλει

Eine Pflicht, Notwendigkeit oder Anweisung ausdrücken
sollen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
soll
γ΄ ενικό πρόσωπο
soll
ενεστώτα μετοχή
sollend
απλός αόριστος
sollte
παθητική μετοχή
gesollt
Παραδείγματα
Er soll das Buch lesen.
Αυτός πρέπει να διαβάσει το βιβλίο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store