Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sollen
01
πρέπει, οφείλει
Eine Pflicht, Notwendigkeit oder Anweisung ausdrücken
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
soll
γ΄ ενικό πρόσωπο
soll
ενεστώτα μετοχή
sollend
απλός αόριστος
sollte
παθητική μετοχή
gesollt
Παραδείγματα
Du sollst jetzt schlafen gehen.
Πρέπει να πας για ύπνο τώρα.



























