sollen
so
ˈzɔ
zaw
llen
lən
lēn
stollen

Ορισμός και σημασία του "sollen"στα γερμανικά

sollen
01

πρέπει, οφείλει

Eine Pflicht, Notwendigkeit oder Anweisung ausdrücken 
sollen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
soll
γ΄ ενικό πρόσωπο
soll
ενεστώτα μετοχή
sollend
απλός αόριστος
sollte
παθητική μετοχή
gesollt
Παραδείγματα
Du sollst jetzt schlafen gehen. 

Πρέπει να πας για ύπνο τώρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store