Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Solidarität
01
αλληλεγγύη
Zusammengehörigkeitsgefühl und gegenseitige Unterstützung, besonders in schwierigen Situationen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Solidarität
πληθυντικός τύπος
Solidaritäten
Παραδείγματα
Die Solidarität der Nachbarn half der Familie nach dem Brand.
Η αλληλεγγύη των γειτόνων βοήθησε την οικογένεια μετά τη φωτιά.



























