Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Solidarität
01
αλληλεγγύη
Zusammengehörigkeitsgefühl und gegenseitige Unterstützung, besonders in schwierigen Situationen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Solidarität
πληθυντικός τύπος
Solidaritäten
Παραδείγματα
Solidarität ist ein Grundwert der Europäischen Union.
Η αλληλεγγύη είναι μια βασική αξία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.



























