der sohn
sohn
so:n
son

Ορισμός και σημασία του "sohn"στα γερμανικά

01

γιος, αγόρι

Ein männliches Kind von Eltern 
der Sohn definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Söhne
αρσενικό ενικό
Sohn
θηλυκό ενικό
Tochter
neutral form
Kind
γενική πτώση
Sohn(e)s
Παραδείγματα
Mein Sohn spielt gerne Fußball. 

Ο γιος μου του αρέσει να παίζει ποδόσφαιρο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store