Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Skulptur
[gender: feminine]
01
γλυπτό, άγαλμα
Ein dreidimensionales Kunstwerk, das durch Bearbeitung von Materialien wie Stein, Holz, Metall oder Ton entsteht
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Skulptur
πληθυντικός τύπος
Skulpturen
Παραδείγματα
Die Skulptur vor dem Rathaus symbolisiert Frieden.
Το γλυπτό μπροστά από το δημαρχείο συμβολίζει την ειρήνη.



























