Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Skorpion
[gender: masculine]
01
σκορπιός, σκορπιός
Ein kleines Spinnentier mit Scheren und einem giftigen Stachel am Schwanz
Παραδείγματα
In heißen Regionen trifft man oft auf Skorpione.
Στις ζεστές περιοχές, συναντά κανείς συχνά σκορπιούς.



























