Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
simulieren
01
προσομοιώνω, αναπαράγω
Ein reales System oder Prozess durch ein Modell nachbilden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
simuliere
γ΄ ενικό πρόσωπο
simuliert
ενεστώτα μετοχή
simulierend
απλός αόριστος
simulierte
παθητική μετοχή
simuliert
Παραδείγματα
Die Software simuliert Flüssigkeitsströmungen in Rohrleitungen.
Το λογισμικό προσομοιώνει τις ροές υγρών στους αγωγούς.



























