Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
simulieren
[past form: simulierte]
01
προσομοιώνω, αναπαράγω
Ein reales System oder Prozess durch ein Modell nachbilden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
simuliere
γ΄ ενικό πρόσωπο
simuliert
ενεστώτα μετοχή
simulierend
απλός αόριστος
simulierte
παθητική μετοχή
simuliert
Παραδείγματα
Das Modell simuliert Tsunami-Auswirkungen auf Küstenstädte.
Το μοντέλο προσομοιώνει τις επιπτώσεις των τσουνάμι στις παράκτιες πόλεις.



























