simulieren
Pronunciation
/zimuˈliːʁən/

Ορισμός και σημασία του "simulieren"στα γερμανικά

simulieren
01

προσομοιώνω, αναπαράγω

Ein reales System oder Prozess durch ein Modell nachbilden
simulieren definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
simuliere
γ΄ ενικό πρόσωπο
simuliert
ενεστώτα μετοχή
simulierend
απλός αόριστος
simulierte
παθητική μετοχή
simuliert
Παραδείγματα
Das Modell simuliert Tsunami-Auswirkungen auf Küstenstädte.
Το μοντέλο προσομοιώνει τις επιπτώσεις των τσουνάμι στις παράκτιες πόλεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store