die silbe
sil
ˈsɪl
sil
be
bə
bē
silkesalbe

Ορισμός και σημασία του "silbe"στα γερμανικά

01

συλλαβή, συλλαβή

Eine Einheit der gesprochenen Sprache, die aus einem oder mehreren Lauten besteht 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Silben
γενική πτώση
Silbe
Παραδείγματα
Kannst du dieses lange Wort in Silben trennen? 

Μπορείς να χωρίσεις αυτή τη μεγάλη λέξη σε συλλαβές ;

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store