Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
siegen
01
νικώ, κερδίζω
In einem Wettkampf oder Kampf gewinnen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
siege
γ΄ ενικό πρόσωπο
siegt
ενεστώτα μετοχή
siegen
απλός αόριστος
siegte
παθητική μετοχή
gesiegt
Παραδείγματα
Er hat mit Mut und Stärke gesiegt.
Αυτός νίκησε με θάρρος και δύναμη.



























