siegen
Pronunciation
/ˈziːɡən/

Ορισμός και σημασία του "siegen"στα γερμανικά

siegen
01

νικώ, κερδίζω

In einem Wettkampf oder Kampf gewinnen
siegen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
siege
γ΄ ενικό πρόσωπο
siegt
ενεστώτα μετοχή
siegen
απλός αόριστος
siegte
παθητική μετοχή
gesiegt
Παραδείγματα
Er hat mit Mut und Stärke gesiegt.
Αυτός νίκησε με θάρρος και δύναμη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store