die siedlung
sied
ˈsi:d
sid
lung
lʊng
loong

Ορισμός και σημασία του "siedlung"στα γερμανικά

01

κατοικημένη περιοχή, οικισμός

Eine Gruppe von Häusern oder Wohngebäuden, die planmäßig angelegt wurde 
die Siedlung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Siedlungen
γενική πτώση
Siedlung
Παραδείγματα
Die neue Siedlung am Stadtrand hat einen Spielplatz. 

Ο νέος οικισμός στα προάστια της πόλης έχει παιδική χαρά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store