Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Siedler
01
άποικος, εποίκος
Eine Person, die sich in einem bisher unbesiedelten oder fremden Gebiet niederlässt, um dort zu leben und oft Land zu bewirtschaften
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Siedlers
πληθυντικός τύπος
Siedler
Παραδείγματα
Die Siedler bauten Hütten am Flussufer.
Οι άποικοι έχτισαν καλύβες στην όχθη του ποταμού.



























