Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Sicherung
01
ασφάλεια, αυτόματος διακόπτης
Eine Vorrichtung in einem Stromkreis, die den Strom automatisch unterbricht, wenn er zu stark wird, um Schäden zu verhindern
Παραδείγματα
Die Sicherung ist rausgeflogen, weil zu viele Geräte eingeschaltet waren.
Ο ασφάλειας έσβησε επειδή υπήρχαν πολλές συσκευές ενεργοποιημένες.
02
διασφάλιση, προστασία
das Schützen, Bewahren oder Gewährleisten von etwas Wichtigem
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Sicherung
πληθυντικός τύπος
Sicherungen
Παραδείγματα
Die Sicherung der Daten hat höchste Priorität.
Η προστασία των δεδομένων έχει την υψηλότερη προτεραιότητα.



























