Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sensationell
01
αισθησιακός, συγκλονιστικός
Außergewöhnlich und Aufsehen erregend
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am sensationellsten
συγκριτικός βαθμός
sensationeller
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Zeitungen berichteten über den sensationellen Fund.
Οι εφημερίδες ανέφεραν την αισθησιακή ανακάλυψη.



























