das Selbstwertgefühl
Pronunciation
/ˈzɛlpstveːɐ̯tɡəˌfyːl/

Ορισμός και σημασία του "selbstwertgefühl"στα γερμανικά

Das Selbstwertgefühl
01

αυτοεκτίμηση, αυτοσεβασμός

Das Gefühl, dass man wertvoll und wichtig ist
das Selbstwertgefühl definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Selbstwertgefühl(e)s
πληθυντικός τύπος
Selbstwertgefühle
Παραδείγματα
Sie arbeitet daran, ihr Selbstwertgefühl wieder aufzubauen.
Δουλεύει για να ξαναχτίσει την αυτοεκτίμησή της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store