Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Selbstvermarktung
[gender: feminine]
01
αυτοπροβολή, προσωπικό μάρκετινγκ
Die gezielte Präsentation und Vermarktung der eigenen Fähigkeiten und Persönlichkeit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Selbstvermarktung
πληθυντικός τύπος
Selbstvermarktung
Παραδείγματα
Sein Kurs lehrt die Grundlagen der beruflichen Selbstvermarktung.
Το μάθημά του διδάσκει τα βασικά της επαγγελματικής αυτοπροβολής.



























