Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
selbstverständlich
/ˌzɛlpst.fɛɐ̯.ˈʃtɛn.tlɪç/
selbstverständlich
01
προφανής, φυσικός
Etwas, das nicht extra erklärt werden muss
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am selbstverständlichsten
συγκριτικός βαθμός
selbstverständlicher
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Diese Lösung ist selbstverständlicher als die andere.
Αυτή η λύση είναι πιο προφανής από την άλλη.
selbstverständlich
01
φυσικά
Ohne Zweifel
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Du darfst selbstverständlich mitmachen.
Φυσικά, μπορείς να συμμετέχεις.
Λεξικό Δέντρο
selbstverständlich
selbst
verständlich



























