Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
selbstverständlich
01
προφανής, φυσικός
Etwas, das nicht extra erklärt werden muss
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am selbstverständlichsten
συγκριτικός βαθμός
selbstverständlicher
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das ist eine selbstverständliche Regel.
Αυτός είναι ένας προφανής κανόνας.
selbstverständlich
01
φυσικά
Ohne Zweifel
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Selbstverständlich komme ich zur Besprechung.
Φυσικά θα έρθω στη συνάντηση.
Λεξικό Δέντρο
selbstverständlich
selbst
verständlich



























