Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
selbstständig
01
αυτόνομος, ανεξάρτητος
Ohne fremde Hilfe handelnd
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
selbstständigste-
συγκριτικός βαθμός
selbstständiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Schüler arbeiten selbstständig.
Οι μαθητές εργάζονται ανεξάρτητα.
02
αυτοαπασχολούμενος, ανεξάρτητος
Nicht angestellt, sondern eigenes Geschäft führend
Παραδείγματα
Sie möchte sich selbstständig machen.
Θέλει να γίνει ανεξάρτητη.



























