Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Selbstbedienung
01
αυτοεξυπηρέτηση, σέρβις αυτοεξυπηρέτησης
Ein System, bei dem Kunden Waren oder Dienstleistungen ohne Personalhilfe auswählen und entnehmen können
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
selbstbedienung
Παραδείγματα
Moderne Tankstellen arbeiten oft mit Selbstbedienung.
Οι σύγχρονες βενζινάδικες λειτουργούν συχνά με αυτοεξυπηρέτηση.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
selbstbedienung
selbst
bedienung



























