Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Seilbahn
[gender: feminine]
01
τελεφερίκ, τελεφερίκος
Ein Verkehrsmittel, das an einem Seil hängt und Menschen oder Sachen über Berge oder Täler transportiert
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Seilbahn
πληθυντικός τύπος
Seilbahnen
Παραδείγματα
Die Seilbahn verbindet zwei Berghütten.
Το τελεφερίκ συνδέει δύο ορεινά καταφύγια.



























