die seife
sei
ˈsaɪ̯
σαι
fe
φα
seiteseide

Ορισμός και σημασία του "seife"στα γερμανικά

01

σαπούνι, μπακιέτα σαπουνιού

Ein Mittel zum Waschen und Saubermachen 
die Seife definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Seifen
γενική πτώση
Seife
Παραδείγματα
Ich wasche meine Hände mit Seife. 

Πλένω τα χέρια μου με σαπούνι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store