die sehnsucht
sehn
ˈze:n
ζεν
sucht
zʊxt
ζουχτ

Ορισμός και σημασία του "sehnsucht"στα γερμανικά

01

λαχτάρα, έντονη επιθυμία

Ein starkes, oft schmerzhaftes Verlangen nach etwas oder jemandem, das/der nicht erreichbar ist 
die Sehnsucht definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Sehnsüchte
γενική πτώση
Sehnsucht
Παραδείγματα
Sie verspürte tiefe Sehnsucht nach ihrer Heimat. 

Αισθανόταν βαθιά λαχτάρα για την πατρίδα της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store