sehen
Pronunciation
/ˈzeː.ən/

Ορισμός και σημασία του "sehen"στα γερμανικά

01

βλέπω, κοιτάζω

Mit den Augen wahrnehmen
sehen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
sehe
γ΄ ενικό πρόσωπο
sieht
ενεστώτα μετοχή
sehend
απλός αόριστος
sah
παθητική μετοχή
gesehen
Παραδείγματα
Sie sieht mich an.
Αυτή με κοιτάζει.
02

βλέπω, κοιτάζω

Eine Meinung oder Urteil haben
sehen definition and meaning
Παραδείγματα
Er sieht die Dinge positiv.
Αυτός βλέπει τα πράγματα θετικά.
03

φροντίζω, παρακολουθώ

Auf jemanden oder etwas aufpassen
sehen definition and meaning
Παραδείγματα
Sieh auf deine Gesundheit!
Πρόσεχε την υγεία σου !
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store