Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sehen
01
βλέπω, κοιτάζω
Mit den Augen wahrnehmen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
sehe
γ΄ ενικό πρόσωπο
sieht
ενεστώτα μετοχή
sehend
απλός αόριστος
sah
παθητική μετοχή
gesehen
Παραδείγματα
Ich sehe einen Vogel.
Εγώ βλέπω ένα πουλί.
02
βλέπω, κοιτάζω
Eine Meinung oder Urteil haben
Παραδείγματα
Wie siehst du diese Situation?
Πώς βλέπετε αυτή την κατάσταση;
03
φροντίζω, παρακολουθώ
Auf jemanden oder etwas aufpassen
Παραδείγματα
Kannst du auf die Kinder sehen?
Μπορείς να κοιτάξεις τα παιδιά;



























