Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sehen
01
βλέπω, κοιτάζω
Mit den Augen wahrnehmen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
sehe
γ΄ ενικό πρόσωπο
sieht
ενεστώτα μετοχή
sehend
απλός αόριστος
sah
παθητική μετοχή
gesehen
Παραδείγματα
Sie sieht mich an.
Αυτή με κοιτάζει.
02
βλέπω, κοιτάζω
Eine Meinung oder Urteil haben
Παραδείγματα
Er sieht die Dinge positiv.
Αυτός βλέπει τα πράγματα θετικά.
03
φροντίζω, παρακολουθώ
Auf jemanden oder etwas aufpassen
Παραδείγματα
Sieh auf deine Gesundheit!
Πρόσεχε την υγεία σου !



























