Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
segeln
[past form: segelte]
01
ιστιοπλοώ, κάνω ιστιοπλοΐα
Eine Sportart oder Freizeitaktivität, bei der man mit einem Boot fährt, das vom Wind bewegt wird
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
segele
γ΄ ενικό πρόσωπο
segelt
ενεστώτα μετοχή
segelnd
απλός αόριστος
segelte
παθητική μετοχή
gesegelt
Παραδείγματα
Ich möchte einmal um die Welt segeln.
Θέλω να ταξιδέψω γύρω από τον κόσμο με ιστιοπλοϊκό κάποια μέρα.



























