die schüssel
schü
ˈʃʏ
shu
ssel
səl
sēl
schlüsselschnösel

Ορισμός και σημασία του "schüssel"στα γερμανικά

01

μπολ, γαβάθα

Ein rundes Gefäß, das zum Servieren oder Essen von Speisen benutzt wird 
die Schüssel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Schüsseln
γενική πτώση
Schüssel
Παραδείγματα
Die Schüssel ist voll mit Salat. 

Το μπολ είναι γεμάτο σαλάτα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store