Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Schüssel
[gender: feminine]
01
μπολ, γαβάθα
Ein rundes Gefäß, das zum Servieren oder Essen von Speisen benutzt wird
Παραδείγματα
Wir essen Müsli aus der Schüssel.
Τρώμε δημητριακά από το μπολ.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
μπολ, γαβάθα