Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schüchtern
01
ντροπαλός, συνεσταλμένος
Jemand, der sich unsicher fühlt und nicht gerne im Mittelpunkt steht
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am schüchternsten
συγκριτικός βαθμός
schüchterner
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das schüchterne Mädchen spricht kaum mit Fremden.
Το ντροπαλό κορίτσι μιλάει σπάνια με αγνώστους.



























