schüchtern
schüchtern
ʃʏçtɐn
shuchtn
nüchtern

Ορισμός και σημασία του "schüchtern"στα γερμανικά

schüchtern
01

ντροπαλός, συνεσταλμένος

Jemand, der sich unsicher fühlt und nicht gerne im Mittelpunkt steht 
schüchtern definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am schüchternsten
συγκριτικός βαθμός
schüchterner
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das schüchterne Mädchen spricht kaum mit Fremden. 

Το ντροπαλό κορίτσι μιλάει σπάνια με αγνώστους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store