die Schwüle

Ορισμός και σημασία του "schwüle"στα γερμανικά

Die Schwüle
[gender: feminine]
01

αποπνικτική ζέστη, υγρή ζέστη

Warme, feuchte und drückende Luft, oft vor einem Gewitter
die Schwüle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Schwüle
Παραδείγματα
In den Tropen ist die Schwüle normal.
Στις τροπικές περιοχές, η υγρασία είναι φυσιολογική.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store