Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Schwüle
[gender: feminine]
01
αποπνικτική ζέστη, υγρή ζέστη
Warme, feuchte und drückende Luft, oft vor einem Gewitter
Παραδείγματα
In den Tropen ist die Schwüle normal.
Στις τροπικές περιοχές, η υγρασία είναι φυσιολογική.


























