die schwüle
schwü
ʃvy:
σβυ
le
λα
schwule

Ορισμός και σημασία του "schwüle"στα γερμανικά

01

αποπνικτική ζέστη, υγρή ζέστη

Warme, feuchte und drückende Luft, oft vor einem Gewitter 
die Schwüle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Schwüle
Παραδείγματα
Die Schwüle heute ist kaum auszuhalten. 

Η υγρασία σήμερα είναι μόλις ανεκτή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store